Ο Στίβεν Κινγκ γεννήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου του 1947 στο Πόρτλαντ της Πολιτείας Μέιν των ΗΠΑ. Είναι γιος του ναυτικού Ντόναλντ Έντουιν Κινγκ και της συζύγου του Νέλυ Ρουθ Πίλσμπουρυ. Όταν ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένειά του το 1949, όταν ο Στίβεν ήταν 2 χρονών, η μητέρα του ήταν αναγκασμένη να μεγαλώσει μόνη της τον ίδιο και τον μεγαλύτερο αδελφό του Ντέιβιντ. Μετά βίας μπορούσε να θρέψει την οικογένειά της με ευκαιριακές εργασίες και μετακόμιζε συχνά.
Ο Στίβεν Κινγκ έγραψε τις πρώτες του ιστορίες ήδη στην ηλικία των επτά ετών. Στον κινηματογράφο παρακολουθούσε συχνά ταινίες επιστημονικής φαντασίας και φανταστικές ταινίες, απ' όπου προέρχεται και η προτίμησή του για τις ιστορίες τρόμου. Σε ηλικία δεκατριών ετών βρήκε μια κούτα γεμάτη με ανολοκλήρωτα χειρόγραφα του πατέρα του, κυρίως ιστορίες επιστημονικής φαντασίας και τρόμου. Στο αυτοβιογραφικό του έργο Οn Writing (μτφρ: Περί της συγγραφής) γράφει ότι αυτό ήταν γι' αυτόν μια καθοριστική εμπειρία. Σε ηλικία δεκαεννιά ετών εξέδωσε την πρώτη του ιστορία I was a Teenager Grave Robber στο περιοδικό Comics Review.
Από το 1966 έως το 1970 ο Κινγκ σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Μέιν, όπου και γνώρισε την αργότερα σύζυγό του Τάμπιθα του γένους Σπρους, με την οποία εξακολουθεί να ζει στο Μέιν. Στις 2 Ιανουαρίου 1971 παντρεύτηκαν και την ίδια ακόμα χρονιά γεννήθηκε η κόρη τους, Ναόμι.
Από το 1971 αμέσως μετά την αποφοίτησή του ξεκίνησε να διδάσκει στο Χάμπτον του Μέιν ως καθηγητής αγγλικών. Το εισόδημά του, όμως, ήταν χαμηλό για να μπορέσει να συντηρήσει την οικογένειά του, λόγος για τον οποίο εργαζόταν τα βράδια ως σιδερωτής σε κατάστημα με πλυντήρια. Έτσι, του έμενε μόνο ελάχιστος ελεύθερος χρόνος, τον οποίο χρησιμοποιούσε για να γράφει μικρές ιστορίες. Αν και τα κατάφερνε πού και πού να πουλήσει κάποιες από αυτές, δεν μπορούσε να εξασφαλίσει το εισόδημά του με την συγγραφή. Ήδη πριν από την επιτυχία του, ο Κινγκ έγραφε αρκετά μυθιστορήματα, τα οποία ωστόσο δεν είχαν γίνει αποδεκτά από τους εκδότες. Αργότερα τα δημοσίευσε επεξεργασμένα χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Ρίτσαρντ Μπάχμαν (Richard Bachman).